Η νομική και ανθρώπινη πράξη της υιοθεσίας
Η υιοθεσία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς του οικογενειακού δικαίου, καθώς δημιουργεί έναν πλήρη και διαρκή νομικό, κοινωνικό και συναισθηματικό δεσμό μεταξύ του θετού γονέα και του υιοθετούμενου ανήλικου τέκνου, ενώ διακόπτεται κάθε νομικός δεσμός του υιοθετούμενου με την φυσική οικογένεια.
Σύμφωνα με τον Αστικό κώδικα (ΑΚ), η υιοθεσία πραγματοποιείται μόνο υπό συγκεκριμένες αυστηρές προϋποθέσεις και με γνώμονα πάντα το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Η σημαντικότερη, όμως, νομική συνέπεια είναι η πλήρης εξομοίωση του υιοθετούμενου ανηλίκου με φυσικό (γνήσιο) τέκνο του θετού γονέα ως προς όλα τα δικαιώματά του που απορρέουν από την οικογενειακή σχέση.
Πέρα όμως από τις σημαντικές έννομες συνέπειές της, η υιοθεσία είναι μία βαθιά ανθρώπινη πράξη, με την οποία δημιουργείται μια νέα οικογένεια, βασισμένη στην ασφάλεια, τη φροντίδα και τη σταθερότητα. Κάθε υιοθεσία αποτελεί μια συνειδητή πράξη ευθύνης και προσφοράς, που δίνει σε ένα παιδί την ευκαιρία να μεγαλώσει μέσα σε ένα περιβάλλον αγάπης και αποδοχής, ενισχύοντας παράλληλα τον διαχρονικό και κοινωνικό ρόλο της οικογένειας.
Υιοθεσία ανηλίκου
Προϋποθέσεις για την υιοθεσία ανηλίκου:
Οι διατάξεις για την υιοθεσία αναφέρονται στα άρθρα του Αστικού Κώδικα 1542 και επόμενα και οι προϋποθέσεις που απαιτείται να συντρέχουν στο πρόσωπο των υποψήφιων- θετών γονέων είναι οι εξής:
Σκοπός της πρόβλεψης αυτής είναι να διασφαλίσει ότι η σχέση που δημιουργείται μέσω της υιοθεσίας προσομοιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο στη φυσική σχέση γονέα και παιδιού, τόσο ως προς την ηλικιακή διαφορά όσο και ως προς τη δυνατότητα του θετού γονέα να ασκήσει με υπευθυνότητα τον γονεϊκό του ρόλο.
Εξαιρέσεις: α) η διαφορά ηλικίας μεταξύ του υιοθετούντος γονέα και του υιοθετούμενου τέκνου μπορεί να είναι και μικρότερη, μέχρι τα δεκαπέντε χρόνια, εφόσον πρόκειται για υιοθεσία τέκνου του έτερου συζύγου (άρθρο 1544 εδ. β΄ και γ΄ ΑΚ), δηλαδή ο υποψήφιος θετός γονέας υιοθετεί το φυσικό τέκνο της/του συζύγου (π.χ σε περίπτωση δεύτερου γάμου), β) ο περιορισμός του ανώτατου ορίου διαφοράς (50 χρόνια) δεν ισχύει όταν υιοθετούν από κοινού και οι δύο σύζυγοι, αρκεί ο ένας εξ΄αυτών να μην υπερβαίνει το όριο (άρθρο 1545 παρ.2 ΑΚ),
γ) αν συντρέχει άλλος σπουδαίος λόγος, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την υιοθεσία και με μικρότερη διαφορά ηλικίας, με την προϋπόθεση όμως ότι αυτή θα παραμένει τουλάχιστον 15 έτη (άρθρο 1544 παρ.3 ΑΚ).
-Οι φυσικοί γονείς του ανηλίκου τέκνου πρέπει να δηλώσουν τη συναίνεσή τους αυτοπροσώπως ενώπιον του Δικαστηρίου ακόμα και αν δεν ασκούν τη γονική μέριμνα (άρθρο 1550 παρ. 1 ΑΚ).
-Η συναίνεση μπορεί να δοθεί μόνο από τον έναν φυσικό γονέα εάν ο άλλος γονέας έχει εκπέσει από τη γονική μέριμνα σύμφωνα με το άρθρο 1537 ΑΚ.
-Δεν χρειάζεται συναίνεση από τον έτερο φυσικό γονέα, αν το τέκνο είναι γεννημένο εκτός γάμου και δεν έχει αναγνωριστεί, καθότι τεκμαίρεται ότι την αποκλειστική γονική μέριμνα ασκεί αποκλειστικά η μητέρα.
-Τη συναίνεσή του πρέπει να δώσει και ο ανήλικος αυτοπροσώπως στο δικαστήριο, εφόσον έχει συμπληρώσει το δωδέκατο έτος της ηλικίας του (άρθρο 1555 ΑΚ).
-Η συναίνεση δηλώνεται ρητώς και αυτοπροσώπως ενώπιον μέλους της σύνθεσης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου σε ιδιαίτερο γραφείο, χωρίς δημοσιότητα.
Υιοθεσία απο έγγαμους συζύγους:
-Μόνο σύζυγοι επιτρέπεται να υιοθετήσουν από κοινού το ίδιο παιδί. Δεν επιτρέπεται κοινή υιοθεσία από ζευγάρι που δεν είναι παντρεμένο ή δεν συνδέεται με σύμφωνο συμβίωσης. Στην περίπτωση αυτή αρκεί ο ένας εκ των δυο συζύγων να πληρεί τα ηλικιακά όρια των άρθρων 1543 και 1544 Α.Κ και τα όρια διαφοράς ηλικίας με το παιδί, όπως αναφέρεται παραπάνω.
-Είναι απαραίτητο να δηλώσει τη συναίνεσή του ο/η σύζυγος του υιοθετούντος - θετού γονέα και (ανάλογα την περίπτωση) μπορεί να ακουστεί η γνώμη τυχόν άλλου τέκνου του υιοθετούντος γονέα (άρθρα 1546, 1556 ΑΚ).
-Εάν ο/η σύζυγος του θετού γονέα δεν μπορεί να παρασταθεί, διότι πχ. έχει συνήθη διαμονή στην αλλοδαπή, η δήλωση συναίνεσης μπορεί να δοθεί ενώπιον συμβολαιογράφου ή της αρμόδιας ελληνικής προξενικής αρχής ή της αρμόδιας αρχής του τόπου της συνήθους διαμονής (άρθρο 5 ν. 2447/1996, άρθρα 1546,1583 ΑΚ).
Αν η συναίνεση αυτή είναι αδύνατη για νομικούς ή πραγματικούς λόγους, ή αν οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση ή αν εκκρεμεί μεταξύ των συζύγων δίκη διαζυγίου, το δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την υιοθεσία χωρίς τη συναίνεση του συζύγου (άρθρο 1546 ΑΚ).
Στο επίκεντρο το συμφέρον του υιοθετούμενου τέκνου.
Η υιοθεσία συνιστά τόσο μια νομική διαδικασία όσο και μια πράξη με έντονο ανθρώπινο χαρακτήρα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, κάθε απόφαση που λαμβάνεται κατά τη διάρκειά της πρέπει να έχει ως γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, το οποίο αποτελεί την βασική αρχή που διέπει συνολικά τον θεσμό (άρθρο 1542 εδ. β` ΑΚ).
Μοναδικότητα της υιοθεσίας:
-Ο Αστικός Κώδικας προβλέπει ότι, όσο η υιοθεσία παραμένει σε ισχύ, το ίδιο παιδί δεν μπορεί να υιοθετηθεί από άλλο θετό γονέα. Η ρύθμιση αυτή διασφαλίζει τη σταθερότητα της οικογενειακής σχέσης που έχει ήδη δημιουργηθεί και την ασφάλεια του παιδιού (άρθρο 1545 παρ.1 εδ.β ΑΚ),
-Αντίθετα, δεν υπάρχει περιορισμός ως προς τον αριθμό των παιδιών που μπορεί να υιοθετήσει ο ίδιος θετός γονέας, εφόσον σε κάθε περίπτωση πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις που θέτει ο Αστικός Κώδικας (άρθρο 1547 ΑΚ).
Ελάχιστη ηλικία του παιδιού:
Για να είναι δυνατή η υιοθεσία, το παιδί πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον τρεις (3) μήνες ζωής, όπως προβλέπει ο Αστικός Κώδικας. Η προϋπόθεση αυτή έχει τεθεί από τον νομοθέτη, ώστε να παρέχεται ο αναγκαίος χρόνος για την προστασία τόσο του παιδιού όσο και της φυσικής μητέρας πριν από τη λήψη μιας τόσο σημαντικής και οριστικής απόφασης. (άρθρο 1551 ΑΚ).
Απαγόρευση αιρέσεων και προθεσμιών:
Η υιοθεσία δεν μπορεί να εξαρτάται από όρους, αιρέσεις ή προθεσμίες. Με την ολοκλήρωσή της δημιουργείται μια οριστική και σταθερή οικογενειακή σχέση, η οποία παράγει πλήρη έννομα αποτελέσματα, όπως προβλέπει ο Αστικός Κώδικας. Η ρύθμιση αυτή διασφαλίζει τη βεβαιότητα και τη σταθερότητα της νέας οικογενειακής σχέσης, προς όφελος πρωτίστως του παιδιού (άρθρο 1548 ΑΚ).
Τι συμβαίνει όταν οι βιολογικοί γονείς δεν συναινούν στην υιοθεσία του τέκνου τους;
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι βιολογικοί γονείς δεν μπορούν ή δεν θέλουν να δώσουν τη συναίνεσή τους για την υιοθεσία, παρότι αυτή κρίνεται απαραίτητη για το παιδί.
Τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να είναι:
Όταν συντρέχει μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις, το άρθρο 1552 ΑΚ προβλέπει ρητά ότι η προαπαιτούμενη συναίνεση των γονέων μπορεί να υποκατασταθεί με απόφαση του δικαστηρίου, που σημαίνει ότι το δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει στην υιοθεσία και χωρίς τη συγκατάθεση των γονέων.
Με απόφαση του δικαστηρίου αναπληρώνεται επίσης και η συναίνεση επιτρόπου για την υιοθεσία του ανηλίκου, εφόσον ο τελευταίος προστατεύεται από αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση και ο επίτροπος αρνείται καταχρηστικά να συναινέσει.
Στις πιο πάνω περιπτώσεις, το δικαστήριο, αποφασίζει, αφού ακούσει τους πλησιέστερους συγγενείς, εφόσον υπάρχουν και εφόσον η ακρόασή τους είναι εφικτή.
Πώς λειτουργεί η διαδικασία:
Η διαδικασία ξεκινά με την κατάθεση της αίτησης για υιοθεσία από τον θετό γονέα στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας που έχει τη συνήθη διαμονή του, σύμφωνα με το άρθρο 1549 Α.Κ. Δίνονται οι απαραίτητες συγκαταθέσεις-συναινέσεις όπως αναφέρεται παραπάνω, ολοκληρώνεται η συζήτηση στο ακροατήριο και στη συνέχεια αναμένεται η έκδοση της δικαστικής απόφασης.
Μπορεί να διαταχθεί και διενέργεια κοινωνικής έρευνας προκειμένου να συνταχθεί η ανάλογη έκθεση.
Μετά την έκδοση της απόφασης, η οποία δέχεται την αίτηση των υποψήφιων θετών γονέων για την υιοθεσία, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η επίδοσή της στον αρμόδιο Εισαγγελέα, η οποία συνιστά βασική δικονομική προϋπόθεση για την τελεσιδικία της αποφάσεως.
Εφόσον η απόφαση τελεσιδικήσει και ολοκληρωθεί η δικαστική διαδικασία της υιοθεσίας, οι θετοί πλέον γονείς πρέπει να εγγράψουν τη δικαστική απόφαση στο αρμόδιο Ληξιαρχείο. Κατά την εγγραφή της διαγράφονται τα στοιχεία των βιολογικών γονέων του υιοθετούμενου τέκνου και αντικαθίστανται με των θετών.
Υιοθεσία ενηλίκου
Η υιοθεσία ενηλίκου αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή υιοθεσίας, διαφοροποιείται από την υιοθεσία ανηλίκου, η οποία δεν αποσκοπεί μόνο στην ανατροφή του υιοθετούμενου, αλλά και στη νομική αναγνώριση και κατοχύρωση ενός παγιωμένου οικογενειακού δεσμού που έχει ήδη αναπτυχθεί μεταξύ των μερών μέσα στον χρόνο.
Ο θεσμός αυτός δίνει τη δυνατότητα να αποκτήσει νομική υπόσταση μια σχέση που χαρακτηρίζεται από αμοιβαία εμπιστοσύνη, αφοσίωση και οικογενειακή συνοχή, αποτυπώνοντας και νομικά μια πραγματικότητα που ήδη υφίσταται.
Στην υιοθεσία ενηλίκου εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 1579 και επόμενα) και όπου δεν προβλέπονται ειδικές ρυθμίσεις, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ισχύουν για την υιοθεσία ανηλίκου.
Προϋποθέσεις για την υιοθεσία ενηλίκου:
1. Ο υιοθετούμενος πρέπει να είναι συγγενής έως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας με αυτόν που επιθυμεί να τον υιοθετήσει, είτε όταν το πρόσωπο που υιοθετεί υπήρξε ανάδοχος γονέας του υιοθετουμένου.
2. Ο υιοθετών πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον το 40ό έτος της ηλικίας του και να είναι μεγαλύτερος από τον υιοθετούμενο τουλάχιστον κατά 18 έτη.
Στην υιοθεσία ενηλίκου, αντίθετα με εκείνη του ανηλίκου, δεν υφίσταται ανώτατο όριο ηλικίας για αυτόν που υιοθετεί, ούτε ανώτατο όριο ως προς τη διαφορά ηλικίας υιοθετούντος και υιοθετουμένου.
3. Συναίνεση του συζύγου του υιοθετούμενου: Αν ο ενήλικος που πρόκειται να υιοθετηθεί είναι έγγαμος, απαιτείται η συναίνεση του/της συζύγου του (εφόσον υπάρχει), εκτός αν αυτή είναι αδύνατη για πραγματικούς και νομικούς λόγους ή αν εκκρεμεί μεταξύ των συζύγων δίκη διαζυγίου. Η συναίνεση παρέχεται με αυτοπρόσωπη δήλωση στο δικαστήριο.
4. Συναίνεση του συζύγου του του θετού γονέα (εφόσον υπάρχει).
5. Δεν απαιτείται η συναίνεση των φυσικών γονέων του υιοθετουμένου, ούτε και η διεξαγωγή κοινωνικής έρευνας από κοινωνική υπηρεσία.
Σκοπός της υιοθεσίας πρέπει να είναι αποκλειστικά το συμφέρον του ενήλικου τέκνου, το οποίο εξασφαλίζεται και αποδεικνύεται μέσα από την παροχή ενός σταθερού και ομαλού οικογενειακού περιβάλλοντος το οποίο θα επιβεβαιώνει την πρόθεση για κατοχύρωση του οικογενειακού δεσμού.
Πώς γίνεται η διαδικασία:
Αντίστοιχα με την υιοθεσία ανηλίκου, η υιοθεσία ενηλίκου εκκινείται με την κατάθεση κοινής αίτησης του υιοθετούντος και του υιοθετούμενου στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο. Αν ο υιοθετούμενος είναι ανίκανος για δικαιοπραξία, τη σχετική αίτηση υποβάλλει ο νόμιμος αντιπρόσωπός του.
Το δικαστήριο αρχικά θα εξετάσει αν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις και στη συνέχεια θα αξιολογήσει αν η υιοθεσία εξυπηρετεί πράγματι το συμφέρον του υιοθετουμένου και δεν αποσκοπεί να χρησιμοποιηθεί αυτή ως εργαλείο απόκτησης οικονομικού οφέλους και μόνο.
Ποιες είναι οι νομικές συνέπειες της υιοθεσίας ενηλίκου:
Α. Κληρονομικά δικαιώματα:
Β. Οικογενειακοί δεσμοί:
Λύση της υιοθεσίας:
Η υιοθεσία ενηλίκου λύνεται με δικαστική απόφαση, ύστερα από αγωγή του θετού γονέα ή του θετού τέκνου, αν συντρέχει παράπτωμα που δικαιολογεί την αποκλήρωση ή που συνιστά λόγο αχαριστίας του θετού τέκνου απέναντι σ’ αυτόν που το υιοθέτησε .
Η υιοθεσία δεν αποτελεί απλώς μια νομική διαδικασία. Είναι η αρχή μιας νέας οικογενειακής σχέσης, που απαιτεί ιδιαίτερη ευαισθησία, υπευθυνότητα και σωστή νομική καθοδήγηση σε κάθε στάδιό της.
Η υιοθεσία δεν αλλάζει μόνο τη νομική κατάσταση ενός παιδιού, αλλάζει την πορεία μιας ζωής και δημιουργεί μια οικογένεια.
Το γραφείο μας παρέχει ολοκληρωμένη νομική υποστήριξη σε κάθε στάδιο της διαδικασίας της υιοθεσίας, με διακριτικότητα, υπευθυνότητα και απόλυτο σεβασμό στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε οικογένειας.
Διακρατική Υιοθεσία
Όταν η δημιουργία μιας οικογένειας ξεπερνά τα σύνορα
Τι είναι η διακρατική υιοθεσία
Διακρατική υιοθεσία, κατά την έννοια της Σύμβασης της Χάγης της 29ης Μαΐου 1993, την οποία η Ελλάδα κύρωσε με το Ν.3765/2009 (ΦΕΚ Α101/1-7-2009), για την Προστασία των Παιδιών και τη συνεργασία σχετικά με τη Διακρατική Υιοθεσία, νοείται η πράξη υιοθεσίας κατά την οποία ένα παιδί που έχει τη συνήθη διαμονή του σε ένα συμβαλλόμενο κράτος («κράτος προέλευσης») μετακινήθηκε, μετακινείται ή πρόκειται να μετακινηθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος («κράτος υποδοχής»), είτε μετά την υιοθεσία του στο κράτος προέλευσης από πρόσωπα που έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο κράτος υποδοχής είτε με σκοπό την πραγματοποίηση της υιοθεσίας στο κράτος υποδοχής ή στο κράτος προέλευσης.
Διαφέρει από την διεθνή υιοθεσία, η οποία είναι ευρύτερη έννοια και καταλαμβάνει τις υιοθεσίες που συνδέονται, λόγω κάποιου στοιχείου αλλοδαπότητας, με περισσότερες έννομες τάξεις, με συνέπεια να ανακύπτουν ζητήματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, όπως ο προσδιορισμός του εφαρμοστέου δικαίου και η αναγνώριση αλλοδαπών αποφάσεων.
Κατά συνέπεια, για τον χαρακτηρισμό μιας υιοθεσίας ως διακρατικής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 1-3 της Σύμβασης της Χάγης, δεν είναι η ιθαγένεια του παιδιού ή των υποψήφιων θετών γονέων τα πιο σημαντικά στοιχεία. Κρίσιμο συνδετικό στοιχείο αποτελεί η συνήθης διαμονή τους σε διαφορετικά συμβαλλόμενα κράτη και η μετακίνηση του παιδιού από το κράτος προέλευσης στο κράτος υποδοχής, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υιοθεσίας.
Η Σύμβαση εφαρμόζεται μόνο σε υιοθεσίες που δημιουργούν μόνιμη σχέση γονέα και παιδιού. Η εφαρμογή της παύει εάν οι συμφωνίες που προβλέπονται στο άρθρο 17 στοιχ. γ΄ δεν έχουν δοθεί πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του παιδιού.
Προϋποθέσεις της διακρατικής υιοθεσίας:
Για την πραγματοποίηση διακρατικής υιοθεσίας απαιτείται, μεταξύ άλλων:
Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για τους υποψήφιους θετούς γονείς;
Οι υποψήφιοι θετοί γονείς πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπει η ελληνική νομοθεσία και να κριθούν κατάλληλοι για την υιοθεσία. Ειδικότερα, απαιτείται:
Πώς διενεργείται μια διακρατική υιοθεσία:
Η διαδικασία της διακρατικής υιοθεσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 14–21 της Σύμβασης της Χάγης του 1993, βασίζεται στη συνεργασία μεταξύ των Κεντρικών Αρχών του κράτους υποδοχής, όπου έχουν τη συνήθη διαμονή τους οι υποψήφιοι θετοί γονείς, και του κράτους προέλευσης, όπου έχει τη συνήθη διαμονή του το παιδί.
1. Υποβολή της αίτησης
Οι υποψήφιοι θετοί γονείς απευθύνονται στην Κεντρική Αρχή του κράτους της συνήθους διαμονής τους και υποβάλλουν αίτηση για διακρατική υιοθεσία.
2. Αξιολόγηση των υποψήφιων θετών γονέων
Η αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής εξετάζει εάν οι υποψήφιοι θετοί γονείς πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις και είναι κατάλληλοι να υιοθετήσουν. Εφόσον η αξιολόγηση είναι θετική, συντάσσεται έκθεση, η οποία περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με την ταυτότητά τους, την καταλληλότητά τους, το οικογενειακό και ιατρικό ιστορικό τους, το κοινωνικό τους περιβάλλον, τα κίνητρα για την υιοθεσία και τη δυνατότητά τους να αναλάβουν μια διακρατική υιοθεσία.
Η έκθεση διαβιβάζεται στην Κεντρική Αρχή του κράτους προέλευσης του παιδιού.
3. Αξιολόγηση της κατάστασης του παιδιού
Η Κεντρική Αρχή του κράτους προέλευσης διαπιστώνει ότι το παιδί μπορεί να υιοθετηθεί και συντάσσει έκθεση σχετικά με την ταυτότητα, το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, το ιατρικό ιστορικό και τις τυχόν ιδιαίτερες ανάγκες του.
Παράλληλα, διασφαλίζει ότι έχουν δοθεί οι απαιτούμενες συναινέσεις και λαμβάνει δεόντως υπόψη την ανατροφή του παιδιού, καθώς και την εθνική, θρησκευτική και πολιτιστική του προέλευση.
Με βάση τις εκθέσεις που αφορούν το παιδί και τους υποψήφιους θετούς γονείς, εξετάζεται εάν η συγκεκριμένη τοποθέτηση ανταποκρίνεται στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.
4. Πρόταση τοποθέτησης και συμφωνία των δύο κρατών
Η ανάθεση του παιδιού στους υποψήφιους θετούς γονείς δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την προηγούμενη ολοκλήρωση των ελέγχων που προβλέπει η Σύμβαση.
Απαιτείται ιδίως:
5. Άδεια εξόδου, εισόδου και μετακίνηση του παιδιού
Οι Κεντρικές Αρχές των δύο κρατών λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε το παιδί να λάβει άδεια να εγκαταλείψει το κράτος προέλευσης και να εισέλθει και να διαμείνει μόνιμα στο κράτος υποδοχής.
Η μετακίνηση του παιδιού πραγματοποιείται μόνο αφού έχουν εκπληρωθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 17 και πρέπει να γίνεται υπό ασφαλείς και κατάλληλες συνθήκες και, εφόσον είναι δυνατόν, με τη συνοδεία των θετών ή υποψήφιων θετών γονέων.
6. Ολοκλήρωση και παρακολούθηση της διαδικασίας
Οι Κεντρικές Αρχές των δύο κρατών ενημερώνονται αμοιβαία για την εξέλιξη της διαδικασίας, τα μέτρα που λαμβάνονται για την ολοκλήρωση της υιοθεσίας και, όπου προβλέπεται δοκιμαστική περίοδος τοποθέτησης, για την πορεία της προσαρμογής του παιδιού στη νέα οικογένεια.
7. Προστασία του παιδιού σε περίπτωση αποτυχίας της τοποθέτησης
Εάν η υιοθεσία πρόκειται να ολοκληρωθεί μετά τη μετακίνηση του παιδιού και διαπιστωθεί ότι η συνέχιση της τοποθέτησής του στους υποψήφιους θετούς γονείς δεν εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον του, η αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής οφείλει να λάβει άμεσα τα αναγκαία μέτρα προστασίας.
Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν την απομάκρυνση του παιδιού από τους υποψήφιους θετούς γονείς και την προσωρινή φροντίδα του, την αναζήτηση νέας κατάλληλης τοποθέτησης, σε συνεργασία με το κράτος προέλευσης, ή, ως έσχατη λύση, την επιστροφή του παιδιού στο κράτος προέλευσης, εφόσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του.
Ανάλογα με την ηλικία και τον βαθμό ωριμότητάς του, το παιδί πρέπει να ενημερώνεται και να ζητείται η γνώμη του σχετικά με τα μέτρα που πρόκειται να ληφθούν, ενώ, όπου ενδείκνυται, πρέπει να λαμβάνεται και η συναίνεσή του.
Σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, θεμελιώδης αρχή παραμένει η προστασία του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού και ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων του.
Η συμβολή του δικηγόρου στη διακρατική υιοθεσία
Η διακρατική υιοθεσία είναι μια σύνθετη διαδικασία, καθώς συνδέει διαφορετικές έννομες τάξεις και προϋποθέτει τη συνεργασία αρμόδιων αρχών σε περισσότερα κράτη. Η εξειδικευμένη νομική υποστήριξη ήδη από τα πρώτα στάδια μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην ασφαλή και ομαλή εξέλιξή της.
Ο δικηγόρος καθοδηγεί τους υποψήφιους θετούς γονείς ως προς το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο και τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, ελέγχει τη νομική αρτιότητα των αναγκαίων εγγράφων και συμβάλλει σημαντικά στον συντονισμό των νομικών ενεργειών που απαιτούνται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Παράλληλα, παρέχει νομική υποστήριξη για την ολοκλήρωση της υιοθεσίας καθώς και για τις μεταγενέστερες διαδικασίες που ενδέχεται να απαιτηθούν στην Ελλάδα, όπως η αναγνώριση των έννομων αποτελεσμάτων της αλλοδαπής υιοθεσίας και η ληξιαρχική της καταχώριση.
Στόχος της νομικής υποστήριξης είναι η διαδικασία να εξελίσσεται με νομική ασφάλεια, συνέπεια και σεβασμό στις εγγυήσεις της Σύμβασης της Χάγης του 1993, με πρωταρχικό γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.